βιβλικός

βιβλικός
η , ό[ν] библейский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "βιβλικός" в других словарях:

  • βιβλικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Βίβλο, στην Αγία Γραφή 2. φρ. α) «βιβλική μορφή» σεβαστή μορφή που θυμίζει πρόσωπο της Βίβλου β) «βιβλική καταστροφή» θεομηνία σαν αυτές που περιγράφονται στη Βίβλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < Βίβλος πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • βιβλικός — ή, ό 1. αυτός που περιέχεται ή αναφέρεται στην Αγία Γραφή: Η βιβλική αρχαιολογία είναι ειδικός κλάδος της αρχαιολογίας. 2. φρ., «βιβλική καταστροφή», καταστροφή που μοιάζει μ’ αυτές της Βίβλου· «βιβλική μορφή», μορφή που θυμίζει τη Βίβλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αμμωνίτες — Βιβλικός λαός, σημιτικής καταγωγής, συγγενικός με τους Εβραίους. Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται και ως Αμμών ή υιοί Αμμών, γιατί οι Εβραίοι τους θεωρούσαν απογόνους του Άμμαν, γιου του Λωτ. Κατοικούσαν στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αρνέθ,… …   Dictionary of Greek

  • αποδιοπομπαίος τράγος — Βιβλικός όρος. Γι’ αυτόν γίνεται λόγος στο τελετουργικό της γιορτής του εξιλασμού (Λευιτικό 16), που τη γιόρταζαν οι Ισραηλίτες κάθε φθινόπωρο, στις δέκα του μήνα Τισρεΐ (Σεπτέμβριος Οκτώβριος). Κατά την ημέρα αυτή, που ιερείς και λαός ζητούσαν… …   Dictionary of Greek

  • Ενακίτες — Βιβλικός λαός γιγάντων που καταγόταν από τον Ενάκ. Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, οι Ε. αναφέρονται ως Ενακείμ, υιοί Ενάκ, γίγαντες και υιοί γιγάντων. Κατοικούσαν στα νότια μέρη της Παλαιστίνης και το κυριότερο κέντρο τους ήταν η Χεβρώνα. Η… …   Dictionary of Greek

  • επτάφωτη λυχνία — Βιβλικός όρος. Λυχνία που άναβε μπροστά στη σκηνή του μαρτυρίου των ιουδαϊκών ναών. Είναι γνωστή στα εβραϊκά ως μενόρα. Η ε.λ. του ναού των Ιεροσολύμων ήταν κατασκευασμένη από καθαρό χρυσό. Στον κορμό της προέβαλλαν τρία κλαδιά του ίδιου ύψους με …   Dictionary of Greek

  • Ευαίοι — Βιβλικός λαός. Κατοικούσε στη Συχέμ, την εποχή του πατριάρχη Ιακώβ. Οι Ε. αναφέρονται με τους Αμορραίους, τους Χετταίους, τους Φερεζαίους και τους Ιεβουσαίους. Ως λαός διατηρήθηκαν και μετά την εποχή του Σολομώντα, αργότερα όμως αφομοιώθηκαν από… …   Dictionary of Greek

  • Ιαβέ — Βιβλικός όρος. Βλ. λ. Ιεχωβά …   Dictionary of Greek

  • Κιβωτός του Νώε — Βιβλικός όρος. Πλωτό σκάφος (κιβωτός), που σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση (Γένεση) κατασκεύασε ο Νώε έπειτα από επιταγή του Θεού, για να διασώσει την οικογένειά του και κάποια είδη ζώων από τον Κατακλυσμό. Η κιβωτός είχε σύμφωνα με την παράδοση,… …   Dictionary of Greek

  • προφήτης — Όρος που σημαίνει κυρίως αυτός που μιλά εξ ονόματος ενός θεού και ερμηνεύει τη θέλησή του στους ανθρώπους. Τη μεγαλύτερη σημασία απέκτησαν οι π. στην ιστορία του Ισραήλ: ήδη ο Αβραάμ ονομάζεται π. και για τον Μωυσή λέγεται ότι δεν εμφανίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Ασμοδαίος — I Βιβλικός όρος. Το πνεύμα του κακού στην εβραϊκή θρησκεία. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στο βιβλίο Τωβίτ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου σκοτώνει με τη σειρά τους επτά συζύγους της Σάρας κατά τη διάρκεια της πρώτης νύχτας του γάμου τους, πριν νικηθεί… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»